Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Απριλίου 2009

O ποταμός


Μιά φορά κι' έναν καιρό ένας ποταμός,
λέει η παλιά Ανατολική παράδοση, έτρεχε ήρεμα πάνω
στην καλοβολεμένη από λάσπη κοίτη του.
Τα νερά του ήταν θολά και μέσα τους ζούσαν βαριά και μολυβένια ψάρια, απ' αυτά που αναζητούν την τροφή τους στη λάσπη.
Επειδή ήταν αβαθύς, κανένας άνθρωπος δεν είχε την ιδέα να κάνει γέφυρα και έτσι αρκούνταν στο να ρίχνουν μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες και να αυτοσχεδιάζουν δρόμους, που μόλις βρέχονταν από τα ήρεμα και αργά νερά.
Τα ζώα του δάσους τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, ανακατεύοντας τα σπλάχνα του με τα πόδια τους.
Για να πιούν νερό πήγαιναν στην κοντινή λίμνη, γιατί τα νερά του ποταμού ήταν σκοτεινά και δύσοσμα.
Αλλά μια μέρα ο Θεός Ίντρα, που όλα τα βλέπει, λυπήθηκε το δαίμονα του ποταμού, γιατί χωρίς να είναι χαζός, ενεργούσε σαν τέτοιος, έτσι που ήταν παγιδευμένος, ναρκωμένος από την αδράνεια και το βόλεμα.
Είχε συνηθίσει να πατούν το σώμα του, που ήταν υγρό και δύσοσμο και γλοιώδες σαν νεκρό φίδι.
Με το πέρασμα του χρόνου, ο ποταμός είχε βολευτεί με τους εύκολους δρόμους και απόφευγε τις απότομες κατηφόρες.
Είχε γίνει άσχημος, μουγγός και οι όμορφες νεράιδες και τα ξωτικά των ακτών δεν τον πλησίαζαν ούτε καν τις νύχτες με πανσέληνο, για να φτιάξουν τους μαγικούς καθρέφτες τους.
Ένας από τους υπηρέτες του Ίντρα στέγνωσε τη γη μπροστά του και την ανύψωσε με τέτοιο τρόπο που τον ανάγκασε να εκτραπεί.
Ο γερο-ποταμός στην αρχή φοβήθηκε, άρχισε ν' αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε την ηδονή του να πηδάει πάνω από τους βράχους, και μ' ένα μουγκρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα και ν' ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από αβύσσους και ορμώντας ενάντια σε τρομερούς βράχους.
Το νερό του έγινε καθαρό, αφού φιλτραριζόταν μέσα από τις αμμουδιές και τις πέτρες.
Η κοίτη του έγινε πέτρινη και μερικές φορές μεταλλική και έλαμπαν οι φλέβες μέσα του.
Από τα σπλάχνα του, που πρώτα ήταν σκοτεινά και κατηφή, γεννήθηκε ο άσπρος αφρός, γιατί η ασπράδα δεν εμφανίζεται, αν δεν υπάρχει μάχη, αν δεν υπάρχει εξαγνισμός.
Το ποτάμι γέμισε τότε με χρωματιστά ψάρια, απ' αυτά που
ανεβαίνουν στα βουνά και οι καθαρές λιμνούλες που άφηνε
στα πλάγια του, στολισμένες με τρομερούς βράχους,
έγιναν η απόλαυση των
Στοιχείων των νερών.
Με την ιριδένια ανταύγεια των άστρων έκαναν οι Νύμφες τα μαγικά τους χτένια και έβγαλαν τους μαγικούς καθρέφτες από το βυθό των λιμνών.
Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν πια να τον πατήσουν, αλλά ύψωσαν θριαμβευτικές αψίδες πάνω του, που τις ονόμασαν γέφυρες.
Τα ζώα τον διέσχιζαν κολυμπώντας και καθαρά και λαμπερά σχολίαζαν ύστερα τη δύναμη του ποταμού.
Στο τέλος όταν έφτασε στη μητέρα Γάγγα, τον υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα τα άλλα νερά, που αγκαλιαζόντουσαν με τα δικά του, φωνάζοντας από χαρά.
Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα,
ο Ίντρα σκέπτεται τους πολλούς ανθρώπους που
δεν χρησιμοποιούν τις δυνατότητές τους, τις ευκαιρίες τους
και εξακολουθούν να είναι αργοί ποταμοί και λασπώδεις,
χωρίς ανδρεία και χωρίς δόξα.
Δυο δάκρυα κυλούν τότε από το πρόσωπό του το φλογερό
και έτσι εμφανίζονται τα σύννεφα και τα πάντα στη Φύση
γίνονται γκρίζα και τότε λυπάται για την ανθρώπινη ανοησία....

19 Μαρτίου 2009

Αφήνοντας το παραμύθι….

"Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεσαν στο ξερονήσι.
Τo χελιδόνι προσπάθησε φτερουγίζοντας να σηκώσει το κεφάλι του και τότε αντίκρισε ένα θλιβερό θέαμα.
Δίπλα του μια πληγωμένη χελώνα ε
ίχε χωθεί στο καβούκι της, πιο μόνη από ποτέ. Παραπέρα ένας σκύλος πάλευε στο χώμα με ένα τσακάλι που του έκλεβε το χώρο.
Το αγριοκάτσικο περιφερόταν νευρικά, κάνοντας επιβλητική την παρουσία του σε μια στρουθοκάμηλο που είχε κρύψει το κεφάλι της στο χώμα.
Πίσω από μια πέτρα, ένα φίδι μονολογούσε τα σχέδιά του εις βάρος των άλλων, αδιαφορώντας για το ιγκουάνα που σερνόταν αργόσχολα στο έδαφος.

Μέσα σ' όλον αυτό τον πανικό το χελιδόνι μονολογούσε:

Γι' αλλού ξεκίνησα και δες πού κατέληξα!
Πόσο μου λείπει ο ήλιος! Και τι δε θα 'δινα να ξαναπετούσα στο γαλάζιο ουρανό. Θυμάμαι πόσο μικροί φαίνονταν οι άλλοι από ψηλά και πόσο παντοδύναμο
ς ένιωθα. Είχα την αίσθηση ότι ο κόσμος μου ανήκει.

Η κουκουβάγια που είχε στήσει αφτί μπήκε στο μονόλογο του χελιδονιού και του είπε:

-Καλά ήταν στην αρχή, αλλά η καταστροφή δεν άργησε να έρθει.
Έχασα τα παιδιά μου και όλη την οικογένειά μου, τσακίστηκαν τα φτερά μου και διαλύθηκαν τα σχέδιά μου. Στερνή μ
- ου γνώση να σ' είχα πρώτα ...

Το χελιδόνι συμφώνησε θλιμμένο και άρχισε να θυμάται.
Θυμήθηκε τότε που πετούσαν πολλά χελιδόνια μαζί κι ο ουρανός συννέφιασε και άρχισαν να πέφτο
υν οι πρώτες σταγόνες βροχής.
Όλα γύρω τους σκοτείνιασαν.
Ο αέρας λυσσομανούσε και δυνατές αστραπές σκόρπησαν φόβο.
Τότε ήταν που άκουσε τη φωνή του φίλου του να λέει:


-Μα τι έγινε ξαφνικά; Πού βρισκόμαστε; Εσύ μας έλεγες ότι στο ταξίδι αυτό θα 'ναι όλα ωραία!

-Κι εγώ έτσι είχα ακούσει και το πίστεψα, απάντησε.


Μέσα σ' όλη αυτή την αγωνία άρχισαν να χάνουν τον προσανατολισμό τους.
Μια κόκκινη λάμψη έσκισε τον ουρανό κι ένα από τα χελιδόνια, στην προσ
πάθειά του να σωθεί, ξεγελάστηκε και κάηκε από τον κεραυνό.
Το χελιδόνι της ιστορίας μας, χτυπημένο και ταλαιπωρημένο, έπεσε στο σκληρό έδαφος του νησιού. Εκείνη ήταν η στιγμή που έχασε τις αισθήσεις του, αλλά κανένα από τα υπόλοιπα ζώα δεν ενδιαφέρθηκε να το βοηθήσει.


Ξαφνικά ένας γλάρος έφτασε στο νησί και διέκοψε τη συζήτηση του χελιδονιού με την κουκουβάγια.

-Μαζευτείτε όλοι! Φίλοι μου, δεν έχουμε ελπίδα!
Πρέπει να φύγουμε από δω. Βαθιά μες στον ορίζοντα είδα ένα φάρο!
Εκεί ίσως βρούμε την ελπίδα, αρκεί να π
ροσπαθήσουμε. Οι φίλοι μου τα δελφίνια θα μας βοηθήσουν ...;

Κι έτσι, πολλά από τα ζώα που ήταν απομονωνόμενα στο ξερονήσι μάζεψαν το κουράγιο τους κι όση δύναμη τους απέμεινε και ξεκίνησαν για την ακτή με οδηγό το γλάρο. Ο γλάρος προπορεύθηκε για να καλέσει τα δελφίνια. Όταν έφθασαν όλοι εκεί, τα δελφίνια τους περίμεναν. Τα ζώα ήταν φοβισμένα, η ανάγκη τους όμως για νέα αρχή αντικατέστησε το δισταγμό τους κι αποφάσισαν να ταξιδέψουν. Καθώς ταξίδευαν, η θάλασσα φουρτούνιασε, αλλά η λάμψη του φάρου ήταν πολύ δελεαστική για να τα παρατήσουν. Κάποια από αυτά φοβήθηκαν, δείλιασαν γιατί τους φάνηκε ατελείωτο το ταξίδι ως τον φάρ
ο και ζήτησαν από τα δελφίνια να τα γυρίσουν πίσω. Αυτά όμως τους έδωσαν θάρρος και τα στήριξαν για να μην τα παρατήσουν. Τα ζώα που θέλανε να φτάσουν ως το φάρο εμπιστεύτηκαν και ακολούθησαν. Κάποια που δεν πίστεψαν χάθηκαν στο πέλαγος.

Και να, φάνηκε η ακτή και ο φάρος έδειχνε μπροστά τους την αρχή της καινούργιας τους ζωής. Βρήκαν κι αλλά ζώα τα οποία τα υποδέχτηκαν με ανοιχτή αγκαλιά και πολλή αγάπη. Βρήκαν μια κοινή ομάδα και μέσα σ' αυτήν το νοιάξιμο, τη φροντίδα, το ενδιαφέρον και την ελπίδα που τόσο τους έλειπε".

Απο τα μέλη της θεραπευτικής κοινότητας ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ
στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού."

‘Η Θεραπευτική Κοινότητα λειτουργεί εδώ και 8 χρόνια και υποστηρίζει τα όνειρά μας για μια καθαρή ζωή που ξεκινάει μέσα από το δύσκολο χώρο των φυλακών. Θελήσαμε να μοιραστούμε μαζί σας όσα ζήσαμε: λέξεις, εικόνες, νοήματα, διαδρομές, …αλήθεια; ψέμα;…πραγματικότητα. Μέση, τέλος, αρχή, η δική μας ιστορία. Όπως και αν ονομαστεί, είναι αυτό που νιώσαμε, αυτό που ζούμε και αυτό που ονειρευόμαστε να’ρθει!"...

Υ.γ Το παραπάνω παραμύθι ανήκει στη Θεραπευτική Κοινότητα ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ που βρίσκεται στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού.
Διαβάζοντας, μα και ψάχνοντας πληροφορίες,για το φοβερό αυτό "θεριό" που καταβροχθίζει χωρίς τύψεις, που κάθε μέρα όλο και περισσότεροι νέοι-ες πέφτουν στα φρικαλέα δόντια του,έπεσα πάνω σ'αυτο το "παραμύθι"?!Είναι γραμμένο απο γυναίκες που αγωνίζονται να γλιτώσουν απο τα δόντια του θεριού,που αν και κόντεψε να τις καταπιεί δεν τα κατάφερε..ενώθηκαν και ανάλαβαν να δράσουν ,να καταφέρουν με την δύναμη της ελπίδας μα και την δίψα για ζωή,να ξεφύγουν απο τα δόντια του!..γυναίκες εν δράσει λοιπόν..Δύσκολο αυτο που ξεκίνησαν,όχι όμως ακατόρθωτο!
Επιμονή και υπομονή..και ο στόχος θα επιτευχθεί.
Εύχομαι ολόψυχα να τα καταφέρουν..και να μη σταματήσουν να είναι
ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ!

Υ.γ 2) Αναρτήθηκε απο τα σχόλια

Οι γυναικειες φυλακες Κορυδαλλου εχουν μεταφερθει στη Θηβα, με λιγοτερα κελια και εχουν στριμωχτει διχως τα απαραιτητα αυτες οι γυναικες. Με ανηλικα παιδια, πολλες απο αυτες , που τους λειπει ακομη και το σαπουνι.Μπορουμε να τις βοηθησουμε πρακτικα ,στελνοντας τους πραγματα (χαρτομαντηλα, σαπουνια, σερβιετες, παιχνιδια για τα παιδια, βιβλια, περιοδικα, τηλεκαρτες και αλλα)

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΣΤΕΛΝΕΤΕ ΤΑ ΠΑΚΕΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΩΡΑ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ:

ΤAG PAPEL ΕΠΕ17 ΧΛΜ. Λ.ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ 15351 ΠΑΛΛΗΝΗ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΤΗΛ 210-6033351-2 ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΘΗΒΑ

Ας γινουμε εμεις ο φαρος :) Dee Dee

31 Δεκεμβρίου 2008

Πάει ο παλιός ο Χρόνος..

Χάραξε 31 Δεκεμβρίου.
Το ρολόι χτύπησε.
Σχεδόν μηχανικά, σήκωσε το χέρι του και έ
κλεισε το ξυπνητήρι.
Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε το δωμάτιο.
Ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που ξυπνούσε μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο, πάν
ω σ’ αυτό το συγκεκριμένο κρεβάτι.
Δεν του πήγα
ινε η καρδιά να σηκωθεί. Όμως έπρεπε.
Είχε να κάνει κάποιες τελευταίες ετοιμασίες.

Σηκώθηκε βαριεστημένα.Στον δρόμο προς την τουαλέτα σκεφτόταν την ημέρα που είχε ξημερώσει.
365 ημέρες προετοιμαζόταν γι’ αυτή την ημέρα.
'Σαν έτοιμος από καιρό’, που έλεγε και ο ποιητής, έπρεπε να νοιώθει, αλλά αυτός δεν ένοιωθε έτσι.
"Αντίδραση στο αναπόφευκτο" σκέφτηκε και άνοιξε την βρύση να πλυθεί. Έριξε τα μάτια του στον καθρέπτη.

Έντρομος συνειδητοποίησε πόσο μεγάλος έδειχνε, άσχετα αν ήταν μόλις ενός έτους παρά μία ημέρα, στην γήινη μονάδα μέτρησης του χρόνου.
‘Παράξενο πράγμα που είναι ο χρόνος’ σκέφτηκε φεύγοντας από την τουαλέτα. ‘Αν και τον αντιπροσωπεύω επάξια εδώ στην γη, κάτι πρέπει να κάνω για να του αλλάξω την διάρκεια’ σκέφτηκε εντονότερα και με μία αποφασιστικότητα στο βλέμμα.

‘Δεν μπορεί, το ίδιο χρονικό διάστημα, για έναν ηλικιωμένο να είναι το 1/70 του χρόνου του, για έναν μεσόκοπο το 1/50, για έναν νέο το 1/30, για ένα παιδί το 1/10 και για μένα όλη μου η ζωή.
Δεν είναι δυνατόν’ αναφώνησε απορημένος, φέρνοντας συνάμα την κούπα με το ζεστό τσάι που είχε φτιάξει, στα χείλη του.
‘Θα πρέπει να μιλήσω με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου.
Θα πρέπει να επιληφθεί του θέματος.
Δεν μπορεί να επιτρέπει να υπάρχει τόση αδικία’ ομολόγησε στον εαυτό του, αφήνοντας την κούπα πάνω στο τραπέζι και εγείροντας το κορμί του από την π
ολυθρόνα που καθόταν.
Φόρεσε το παλτό του, κρύο έκανε έξω δεν ήθελε να συναχωθεί, και κίνησε για τον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας που ζούσε.
Εκεί επάνω, στο ρετιρέ του οικοδομήματος του Χρόνου, ζούσε από πάντα ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου.
Τον είχε δει ήδη μία φορά, τότε που χρειάστηκε να παραλάβει από τα χέρια του τα κλειδιά του διαμερίσματος που
έμενε.
Πριν από ένα χρόνο και μία μέρα, ακριβώς.
Του είχε κάνει εντύπωση, σ’ εκείνη την
πρώτη τους συνάντηση, η καλοσύνη και η πραότητα που είχε στο πρόσωπό του ο Άχρονος Οριστής. Φοβερό επίτευγμα, αν αναλογιστείς ότι αυτός ο άνθρωπος διαχειριζόταν τον χρόνο δισεκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.

Χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος.

Η πόρτα άνοιξε αυτόματα και εισήλθε μέσα στο λιτά διακοσμημένο δωμάτιο, με τα πολλά ρολόγια στους τοίχους, τόσα όσα οι γήινες και οι συμπαντικές μονάδες μέτρησης του χρόνου.
Ο Άχρονος Οριστής του Χρόνου καθόταν στο μέσο του δωματίου, πίσω από ένα γραφείο γεμάτο και αυτό με μικρά ρολόγια, πάνω σε μία αναπαυτική πολυθρόνα. Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του όταν αντίκρισε τον επισκέπτη του.

- Καλώς τον. Σε τι οφείλω την τιμή της επισκέψεώς σου;
- Ξέρεις, Άχρονε Οριστή του Χρόνου, έχω ένα πρόβλημα.
- Τι πρόβλημα;

- Πιστεύω ότι η διάρκεια ορισμού του χρόνου είναι δυσανάλογη για κάθε άνθρωπο. Και αυτό το βρίσκω άδικο.
- Μα, καλέ μου, είναι λογικό να είναι δυσανάλογη.
- Γιατί;

- Γιατί ο χρόνος του κάθε ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την μνήμη του. Και είναι λογικό, κάθε ηλικία να έχει την δική της μνήμη και την δική της εμπειρία. Αν όλα ήταν ίσα, αν όλα ήταν όμοια, τότε δεν θα υπήρχε καμία ομορφιά στη ζωή. Δεν ξέρεις ότι η διαφορετικότητα δίνει νόημα και ομορφαίνει τον κόσμο;
- Δεν έχεις άδικο αλλά εγώ, που ήρθα πριν από ένα χρόνο στη γήινη ζωή και τώρα ετοιμάζομαι να φύγω από αυτή,
γιατί να ζήσω τόσο λίγο; Εγώ δεν έχω φτιάξει την μνήμη μου όσο την έχει φτιάξει κάποιος που έχει ζήσει 70 χρόνια, έτσι δεν είναι; αυτό δεν είναι άδικο;
- Εσύ, μπορεί να μην έχει μνήμη εβδομηντάρη, αλλά έχεις την μνήμη όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως ηλικίας, που έχουν ζήσει μέσα σε αυτή την χρονιά. Εσύ αντιπροσωπεύεις τις στιγμές όλων μαζί και καθενός χωριστά. Και πίστεψέ με, αυτό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

- Αφού είναι έτσι, γιατί πρέπει εγώ να φύγω και να έρθει κάποιος άλλος στη θέση μου;
- Γιατί θέλω ο καθένας από εσάς, τους Ετήσιους Χρόνους, να κουβαλάει το βάρος μόνο της δικής του χρονιάς. Με τα καλά και τα άσχημα, με τα ίσια και τα ανάποδα. Γιατί έτσι προστατεύω και εσάς και τους
ανθρώπους. Δημιουργώ ένα πλέγμα αναμνήσεων με οριζόντιους άξονες εσάς και κάθετους άξονες τους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι;
- Δίκιο έχεις Άχρονε Οριστή του Χρόνου
πρέπει να το παραδεχτώ, όσο κι’ αν με πονάει.
- Ήξερα ότι θα καταλάβαινες.
- Σ’ ευχαριστώ. Τώρα πρέπει να φύγω. Έχω να ετοιμαστώ. Σε κάποιες ώρες πρέπει να αποχωρήσω.
- Εγώ σ’ ευχαριστώ που ανταποκρίθηκες στις προσδοκίες όλων μας. Και τις δικές μου και των ανθρώπων. Θα σε θυμού
νται νοσταλγικά. Πίστεψέ με.
- Το εύχομαι.
- Στο καλό να πας.
- Σ’ ευχαριστώ. Θα τα ξαναπούμε άραγε;
- Βεβαίως. Να είσαι σίγουρος. Όσο ζεις στις
μνήμες των ανθρώπων, τόσο θα ζεις και μέσα στις καρδιές τους.

Με πιο ανάλαφρη καρδιά, ο Ετήσιος Χρόνος επέστρεψε στο διαμέρισμά του. Η συνομιλία που είχε με τον Άχρονο Οριστή του Χρόνου τον είχε κάνει να νοιώσει καλύτερα και να συνειδητοποιήσει την σπουδαιότητά του στην πορεία του Χρόνου. Κοίταξε το ρολόι που κρεμόταν στον τοίχο του καθιστικού. Του απέμεναν λίγες ώρες μέχρι να την τελική αποχώρησή του. Έριξε μια ματιά στις βαλίτσες του, πιστοποίησε ότι είχε βάλει μέσα όλα εκείνα τα γεγονότα που είχαν συμβεί κατά την διάρκεια της ζωής του και τις έκλεισε ερμητικά. Ντύθηκε με τα καλά του ρούχα και αφού έφτιαξε μία ακόμη κούπα ζεστό τσάι, έκατσε ανάλαφρα στην πολυθρόνα του να δει τηλεόραση. Όλα τα δελτία ειδήσεων ανήγγειλαν την αποχώρησή του με χαρά. Αν και του φαινόταν παράξενη αυτή η χαρά, εντούτοις δεν έβαλε στεναχώρια στην καρδιά του. Υπομονετικά, περίμενε να περάσει η ώρα για να σηκωθεί και να φύγει. Όχι, δεν θα πήγαινε μακριά. Στον από πάνω όροφο θα πήγαινε. Εκεί. Μαζί με τους υπόλοιπους Ετήσιους Χρόνους. Στο διαμέρισμα των Αναμνήσεων και των Περασμένων Μεγαλείων. Η ώρα έφτανε. Να! Το κουδούνι χτύπαγε. Έπρεπε να φύγει. Από την πόρτα Εξόδου. Να μην συναντήσει τον Νέο Ετήσιο Χρόνο. Έθιμο βλέπεις. Σηκώθηκε, έριξε το παλτό του στους ώμους του, πήρε τις βαλίτσες του και κίνησε για την πόρτα. Έριξε μία τελευταία ματιά στον χώρο και άνοιξε την πόρτα…

Ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο για την υπέροχη αυτή ιστορία ..του εύχομαι καλή χρονιά και να συνεχίσει να γράφει τόσο όμορφα!


Σε λίγες ώρες ο παλιός χρόνος, θα παραδώσει την σκυτάλη στον καινούριο..άλλος ένας χρόνος θα πάει να συναντήσει αυτούς που πέρασαν..και είναι τόσοι πολλοί!!
Κι'εμείς θα υποδεχτούμε το 2009 με ευχές,και με την ελπίδα να είναι μια καλή χρονιά.
Γιατί πάντα ελπίζουμε,θέλουμε να ελπίζουμε πως το αύριο θα είναι καλύτερο.
Δυστυχώς το 2008 φεύγοντας μας αφήνει κάποιες πολύ άσχημες αναμνήσεις και μάλιστα είναι πολύ νωπές ακόμη!
Εύχομαι ολόψυχα το 2009 να κουβαλάει μαζί του,περισσότερη αγάπη..και επιτέλους ας έρθει η ειρήνη στους λαούς!!
Πόσες φορές δεν έχουμε πεί:αύριο θα είναι μια άλλη μέρα;
Και αλήθεια είναι τελικά το αύριο μια άλλη μέρα?

Κάποιοι υποστηρίζουν πως στη ζωή όλα ακολουθούν αέναους κύκλους,δεν τελειώνει τίποτα όπως και τίποτα δεν αρχίζει.. όλα είναι μια συνεχή ατέρμονη ακολουθία συνθηκών.

Όμως εγώ θέλω να πιστεύω πως το αύριο αποτελεί εξαίρεση, πάντα έχω μια κρυφή ελπίδα..έτσι θέλω να πιστεύω,ότι αύριο τα πράγματα θα πάνε καλύτερα..πιστεύω ότι όλοι έχουμε μερίδιο ευθύνης για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Ας κάνουμε την αυτοκριτική μας και ας βοηθήσουμε ο καθένας με τον δικό του τρόπο για ένα καλύτερο αύριο.

Ας μην εθελοτυφλούμε..γιατί πιστέψτε με είναι πολλές φορές που αυτό κάνουμε!
Πιστεύω πως για να μπορέσουμε να πούμε αύριο είναι μια άλλη μέρα..χρειάζεται και την δική μας βοήθεια. Το αύριο δεν θα γίνει απο μόνο του καλύτερο.."συν Αθηνά και χείρα κίνει"έλεγαν οι αρχαίοι.
Δε φτάνει να επικαλείσαι βοήθεια από τα θεία ή την τύχη, αλλά οφείλεις να καταβάλεις και τις απαιτούμενες προσπάθειες.
Αλήθεια τόσο δύσκολο είναι να υπάρχει αγάπη?
Τόσο δύσκολο είναι να υπάρχει ειρήνη στον κόσμο?
Αύριο αρχίζει ένας νέος χρόνος..δεν θα πω λοιπόν "αυριο είναι μια αλλη μέρα"
αλλά "αύριο είναι μια άλλη χρονιά"..ας ευχηθούμε να είναι καλύτερη απο αυτή που σε λίγες ώρες θα μας αφήσει!

Εύχομαι απο καρδιάς να έχουμε μια καλή,δημιουργική χρονιά!!
Υγεία,Αγάπη,Ειρήνη για όλο τον κόσμο.
Καλή Χρονιά!!


24 Δεκεμβρίου 2008

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Tο υπέροχο παραμύθι των Χριστουγέννων με τον φιλάργυρο Σκρούτζ...

Ο τσιγκούνης, άπληστος Σκρουτζ μετά από διάφορα γεγονότα που του συμβαίνουν τα Χριστούγεννα, αλλάζει κοσμοθεωρία και αρχίζει να βλέπει τη ζωή εντελώς διαφορετικά.

Aποσπάσματα απο το αγαπημένο παλιό παραμύθι του
Τσάρλς Ντίκενς, στο οποίο 3 πνεύματα απο το παρελθόν, παρόν και μέλλον θα επισκεφθούν τον φιλάργυρο γερο-Σκρούτζ, προσφέροντάς του μια τελευταία ευκαιρία για να ξεφύγει από τη μιζέρια της μοναχικής ζωής του…

"Παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω απο το γραφείο του, ο Εμπενέζερ Σκρούτζ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δεν ζέσταιναν Αρκετά. Όχι όχι έλειπαν του Σκρούτζ τα χρήματα για ν' αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά ο Εμπενέζερ Σκρούτζ ήταν ένας φοβερός τσιγκούνης! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρίς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Κράτσιτ, ο κλητήρας του, που έτρεμε ολόκληρος απο την παγωνιά. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ενας χαμογελαστός άντρας μπήκε στο γραφείο

«Θείε, Καλά Χριστούγεννα!».

«Κακά, ψυχρά κι ανάποδα...» γκρίνιαξε ο Σκρούτζ.

«Θείε μου, μη μουτρώνεις. Ήρθα να σε καλέσω για το μεσημέρι», είπε ο Φρέντ, ο ανιψιός του.

Αλλά ο Σκρούτζ αρνήθηκε την πρόσκληση. Ποτέ του δεν γιόρταζε τα Χριστούγεννα. Τα θεωρούσε χάσιμο χρόνου. Όμως η απάντηση του Σκρούτζ δε χάλασε το κέφι του Φρέντ. Έφυγε χαμογελαστός, αφού προηγουμένως αντάλλαξε ευχές με τον Μπόμπ Κράτσιτ.

Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν' ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Μάρλεϊ;» ρώτησε ο πρώτος

«Ο συνέταιρός μου, ο Μάρλεϊ, πέθανε σαν απόψε πρίν απο εφτά χρόνια», του απάντησε ψυχρά ο Σκρούτζ.

«Τα συλλυπητήριά μου», είπε ο δεύτερος.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι που υποφέρουν απο το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;».

Ο γέρο-σπαγκοραμμένος δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε μια πένα για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του και απάντησε αρνητικά στους δυο επισκέπτες.

Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να τον πιέσουν περισσότερο.

Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Ο Σκρούτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο του και πήρε στο χέρι το μπαστούνι του. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτος να φύγει.

«Υποθέτω ότι δεν θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε ο Σκρούτζ με δυσφορία. Ο Μπόμπ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Α-α-αν δε σας πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκρούτζ», τραύλιζε ο καημένος ο Μπόμπ.

«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε ο Σκρούτζ. «Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις απο νωρίς δουλειά!».

Ο Μπόμπ τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρεί κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο.

Αδιαφορώντας για τη γιορταστική ατμόσφαιρα, ο Σκρούτζ έφαγε, όπως συνήθως, μόνος του σε μια γειτονική ταβέρνα.

Έπειτα, τράβηξε για το σπίτι του. Το κτίριο όπου έμενε βρισκόταν στην άκρη ενος στενού και σκοτεινού δρόμου. Το παλιό και φθαρμένο διαμέρισμα ανήκε κάποτε στο συνέταιρό του, τον Τζακ Μάρλεϊ.

Ο Σκρούτζ έβγαλε το κλειδί για να ξεκλειδώσει την εξώπορτα. Το ρόπτρο, αν και μεγάλο, δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα όμορφο πάνω του. Κι όμως, εκείνη τη βραδιά έμοιαζε λουσμένο σ' ένα απόκοσμο φώς. Ο Σκρούτζ, πραξενεμένος, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα... και τότε αντίκρισε το πρόσωπο του Μάρλεϊ να τον κοιτάζει!.. Την επόμενη στιγμή όμως ξανάγινε ένα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ο Σκρούτζ μπήκε στο διαμέρισμα, μαντάλωσε την πόρτα πίσω του και προχώρησε στη σάλα.

Στη συνέχεια, έβγαλε το παλτό του, φόρεσε τις παντόφλες του και κάθησε μπροστά στο τζάκι. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απο τη μεριά της αποθήκης ακουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα απο την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Τούτη τη φορά δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Ήταν το φάντασμα του παλιου συνεταίρου του Σκρούτζ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν εφτά χρόνια. Ο γέρος δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του.

«Ποιὸς είσαι;» ψιθύρισε.

«Ποιος ήμουν!» τον διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζακ Μάρλεϊ, ο συνέταιρός σου. Δε με θυμάσαι;».

«Βλέπεις αυτές τις αλυσίδες;» τον ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δείς και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρούτζ!».

Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε: «Ήρθα ν
α σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα, θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτό είναι η τελευταία σου ελπίδα!..»….….«Μη φοβάσαι», του είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω»… Ο Σκρούτζ, εκεί που τον οδήγησε το πνεύμα, σε κάποια Χριστούγεννα του παρελθόντος, ήταν ώριμος άντρας. Και μία νέα γυναίκα εγκατέλειπε το σπίτι. Έκλαιγε η καημένη, βουβά. Γύρισε και του είπε: «Κάποτε ήμασταν φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Τώρα σε κυβερνά το πάθος σου για το χρήμα!».
«Μα, μεταξύ μας, τίποτα δεν άλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ο Σκρούτζ.
«Εγώ έμεινα η ίδια. Εσύ όμως άλλαξες. Δε μπορώ να σε παντρευτώ. Σου εύχομαι κάθε ευτυχία στην σταδιοδρομία που διάλεξες». Και με τα λόγια αυτά η γυναίκα βγήκε στο δρόμο, ενώ ο άντρας δε δοκίμασε να την σταματήσει. ..

«Πνεύμα», φώναξε ο γέρο-Σκρούτζ, «σταμάτα να με
βασανίζεις, θέλω να γυρίσω στο σπίτι. Δεν αντέχω τις δυσάρεστες αναμνήσεις». Μέσα σε μία στιγμή πέρασαν χρόνια. Και ξαναείδαν τη νέα γυναίκα. Τώρα γελούσε τρισευτυχισμένη με την κόρη της. Σε διαφορετικές περιστάσεις θα μπορούσε να είναι το παιδί του Σκρούτζ. Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο. Η μικρή έτρεξε και τον φίλησε.
Αγκαλιάστηκαν και οι τρείς εμπρός στο
αναμμένο τζάκι…
Το ίδιο βράδυ εμφανίζεται το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος και του φώναξε φιλικά «Έλα!». Ήταν ντυμένο μ' ένα μακρύ λευκό χιτώνα…
«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε ο Σκρούτζ.
«Πήρα ήδη μερικά μαθήματα απο το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμος να παρακολουθήσω και τα δικά σου».


Βρέθηκαν έξω απο το σπίτι του υπαλλήλου του, του Μπόμπ Κράτσιτ και κοίταξαν από το παράθυρο. Η κυρία Κράτσιτ και οι τρεις κόρες της φορούσαν παλι.. φθαρμένα φορέματα, στολισμένα όμως με κορδέλες για τη γιορτή και κάθονταν στο τραπέζι. Ξαφνικά, μπήκαν τρέχοντας δυο αγοράκια.
«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολά απο
το δρόμο!» φώναξαν με ενθουσιασμό. Πίσω τους ερχόταν ο πατέρας τους. Στους ώμους του κουβαλούσε το μικρότερο γιό του, τον Τίμ. Τον απέθεσε προσεκτικά στο πάτωμα. Το παιδί ήταν άρρωστο και βάδιζε με δεκανίκι.
Κάθησαν όλοι στο γιορτινό τραπέζι. Η μικρή γαλοπούλα μοιράστηκε πολύ προσεκτικά ώστε να φτάσει για όλους. Πάντω
ς η σκηνή ήταν χαρούμενη. Οι δύο γονείς πρόσεχαν ιδιαίτερα τον ανάπηρο Τίμ. Ένα χαμόγελο φώτισε το χλωμό του προσωπάκι…

«Πνεύμα», ρώτησε με ξαφνικό ενδιαφέρον ο Σκρούτζ, «ο μικρός Τίμ θά... ζήσει ακόμη για πολύ;».
«Χμμ... τον περιβάλλουν σκιές. Αν το μέλλον δεν τις μεταβάλει, το παιδάκι θα πεθάνει! Αλλά εσένα τί σε νοιάζει; Ένα στόμα λιγότερο σε τούτο τον πυκνοκατοικημένο κόσμο. Έτσι δεν είναι;».
Ο Σκρούτζ τότε θυμήθηκε ότι ο ίδιος είχε επαναλάβει πολλές φορές αυτή τη φράση. Και κατέβασε το κεφάλι ντροπιασμένος.
Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς τον Σκρούτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτο φορούσε μια τεράστια μαύρη κάπα και μία κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Ο Σκρούτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο του. «θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως να αλλάξω... Είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω»…
Το πνεύμα του μέλλοντος τον οδήγησε κάπου με κοσμοσυρροή και οχλαγωγία…. στο χρηματιστήριο. Το Πνεύμα ήταν με τον Σκρούτζ α
νάμεσα στους χρηματιστές και στους εμπόρους.
«Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος απο το πλήθος.
«Χθες βράδυ, νομίζω», απάντησε ένας άλλος.
«Δεν πιστεύω να πάτησε κανείς στην κηδεία του», σχολίασε ένας τρίτος.
«Επιτέλους ξεκουμπίστηκε... Τον σιχαίνονταν όλοι!».

«Α το γέρο-τσιγκούνη», έβρισε η άλλη γυναίκα.
«Αν ήταν εντάξει άνθρωπος, κάποιος θα βρισκόταν δίπλα του την ώρα που πέθαινε». Ο Σκρούτζ παρακολουθούσε αηδιασμένος την κουβέντα τους.
«Πνεύμα», φώναξε. «Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ, απο αυτ? το απαίσιο μέρος». Αλλά η σιωπή του Πνεύματος του πάγωσε το αίμα
.
«Πνεύμα», κλαψούρισε ο Σκρούτζ, «βοήθησέ με να ξεχάσω τούτη τη θλιβερή σκηνή. Πήγαινέ με σ' ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μιλούν ευγενικά για τους νεκρούς...».

Το Πνεύμα τον οδήγησε τότε σε δρόμους γνωστούς, πίσω στο σπίτι του Μπόμπ Κράτσιτ. Η γυναίκα και τα παιδιά του ήσαν όλοι μαζεμένοι γύρω απο τη φωτιά. Όμως το φτωχικό δωμάτιο ήταν παράξενα σιωπηλό…
Εκείνη την στιγμή ο Μπόμπ Κράτσιτ μπήκε στο σπίτι.
Είχε τα μάτια κατακόκκινα σαν να είχε κλάψει.
Χαιρέτησε όμως τρυφερά ένα-ένα τα παιδιά του.
Έπειτα είπε: «Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το μικρούλη μας τον Τίμ, έτσι;
Η ανάμνηση της υπομονής και της ευγενείας του θα μ
ας κρατήσει για πάντα ενωμένους!»

«Πνεύμα», είπε ο Σκρούτζ, «σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; θα ήθελα να δώ και τη δική μου πορεία στο μέλλον». «Σε παρακαλώ, άφησε με μία στιγμή να δώ πως θα είμαι στο μέλλον», ικέτευσε ο Σκρουτζ…

Το Πνεύμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ο Σκρούτζ κοίταξε απο το παράθυρο. Αναγνώρισε το γραφείο του, αλλα η επίπλωση δεν
ήταν πλέον η δική του και ο άνθρωπος που καθόταν στην πολυθρόνα δεν ήταν ο Σκρούτζ!
Το Πνεύμα, αμίλητο πάντα, προχώρησε. Ο Σκρούτζ ακολούθησε τα βήματά του.
Μετά απο λίγο έφτασαν σε μια καγκελόπορτα. Ο Σκρούτζ γούρλωσε τα μάτια.
Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός απο έναν τάφο.
Ο Σκρούτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».

«Μά, τότε, στο χρηματιστήριο θα πρέπει να μιλούσαν για μένα», κλαψούρισε… «Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δεν θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ... θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα τω
ν τριών πνευμάτων δεν θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;».
.…Ο Σκρούτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλα το πρωινό ευχάριστο. «Τί ημέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι που περνούσε απ’έξω.
«Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!».

«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε ο Σκρούτζ.
«Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!».
«Αγόρι μου», ξαναείπε στο παιδί. «Τρέξε, σε παρακαλώ, στο χασάπη και πές του να μου φέρει τη μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θα σο
υ χαρίσω ένα σελίνι, ίσως και τρία, αν επιστρέψεις μέσα σε πέντε λεπτά».
«Θα την στείλω στον Μπόμπ Κράτσιτ», κρυφά,χωρίς να μάθει ποιος του την δώρισε.
Ο Σκρούτζ μάλιστα βοήθησε τον μικρό Τιμ και την οικογένειά του και ξεπέρασε την αρρώστια, απέκτησε δυνάμεις κι έγινε ένα γελαστό και όμορφο αγόρι, που ο Σκρούτζ το φρόντισε σαν να ήταν δικό του παιδί. Ο πρώην τσιγκούνης έγινε πολύ γενναιόδωρος κι ήταν πάντα ευγενικός με όλους. Μερικοί βέβαια τον κορόιδεψαν για τη μεταβολή του χαρακτήρα του. Αλλά ο Σκρούτζ δεν ενοχλήθηκε γιατί, όπως είπε πολύ σοφά: «Καλύτερα να σε περιγελούν παρα να σε περιφρονούν!».

Ο Σκρούτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά απο εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα απο τον Εμπενέζερ Σκρούτζ."

```````````

Η αγάπη,η ειρήνη, η χαρά, η καλοσύνη, η ευγνωμοσύνη είναι αξίες που τρέφουν την ζωή μας καθημερινά…πόσοι απο 'μας θυμόμαστε άραγε αυτές τις αξίες;
Ζούμε σε πολύ δύσκολες εποχές όπου ο άνθρωπος έχει χάσει πολλές απο τις αξίες του..έγινε ιδιοτελής και φιλοχρήματος..και στον "βωμό"αυτού χάθηκαν πολλές απο τις αρετές μας, δυστυχώς.
Ελπίζω και εύχομαι ο κόσμος να αλλάξει όπως ο Σκρούτζ..ποτέ δεν είναι αργά..


Εύχομαι ολόψυχα και απο καρδιάς
Καλά Χριστούγεννα σε όλους..με υγεία και αγάπη!





11 Οκτωβρίου 2008

Για την τελευταία μαργαρίτα


Από μικρή η Λενιώ ξεχώριζε στο χωριό. Τα λαμπερά της μαλλιά και τα φωτεινά της μάτια δεν άφηναν κανένα ασυγκίνητο. Όταν όμως την πλησίαζαν και ανακάλυπταν το σιωπηλό της μαρτύριο έφευγαν.

Η Λενιώ είχε μείνει από πολύ μικρή χωρίς λαλιά, ενθύμιο μιας τραγωδίας που είχε παρακολουθήσει. Οι γιατροί είπαν ότι είναι ψυχολογικό, αλλά ποτέ δεν βρέθηκε το γιατρικό για να ξαναμιλήσει. Ο γέρος παππούς της την φρόντιζε μέχρι αυτή να καταφέρει να σταθεί στα πόδια της και μετά, ήταν η σειρά της. Είχε αναγκαστεί από νωρίς να ανταλλάξει ρόλους με τον υπερήλικα κηδεμόνα της και να αναλάβει μόνη της τόσο το σπιτικό όσο και την φροντίδα του γέρου παππού.

Στη ζωή της Λενιώς πέρναγαν κατά καιρούς διάφορα αγόρια και άντρες. Πάντα ξεκίναγαν γοητευμένα, μα πάντα τα βρίσκαν σκούρα. Και εκείνη μην μπορώντας να τα καταλάβει όλα αυτά, κάθε φορά έτρεχε να κρυφτεί στην κρυψώνα της και να προσευχηθεί στο Θεό πως αυτή τη φορά δεν θα της ξανασυμβεί.

Η κρυψώνα της ήταν μέσα στο μικρό δάσος. Προχωρώντας στο βάθος του συναντούσες ένα ξέφωτο με ένα μικρό λοφάκι στη μέση. Η σκιά του λόφου αυτού ήταν πάντα εκεί για να αγκαλιάσει τα δάκρυα της Λενιώς και να της προσφέρει μαξιλάρι να ξαποστάσει.

Το ξέφωτο αυτό ήταν η συντροφιά της, αυτό την είδε μικρό κοριτσάκι, αυτό την είδε γυναίκα, αυτό είδε τα γέλια και τα δάκρυά της. Και εκείνη το έβλεπε να αλλάζει χρώματα, εποχές, μυρωδιές και ένιωθε πια κάθε μικρή κίνηση των πλασμάτων που συγκατοικούσαν στο ξέφωτό της.

Οι αγαπημένες της ήταν οι μαργαρίτες, λάτρευε να τις μαδάει για να δει αν την αγαπά ή δεν την αγαπά κάθε πρόσκαιρος αγαπητικός. Έτσι όταν συνάντησε και εκείνον στις κίτρινες φιλενάδες της στράφηκε. 'Αρχισε να τις μαδάει και εκείνες της έλεγαν πάντα ότι δεν την αγαπά.

Δεν μπορούσε να το πιστέψει, έπιανε άλλη μία και την μάδαγε με μανία και πάλι το ίδιο της έλεγαν. Έκοβε πέταλα και τα έβρεχε με τα δάκρυά της και πάλι δεν εγκατέλειπε μέχρι να βρει αυτή που θα της έλεγε αυτό που χρειαζόταν να ακούσει. Είχε φτάσει να αδειάσει όλο το λιβάδι από τα κίτρινα στολίδια του και απάντηση σωστή δεν είχε πάρει. Από την κούραση όμως δεν άντεξε και έπεσε λιπόθυμη.

Εκεί κάτω από τα αστέρια, ο ουρανός την λυπήθηκε. Έστειλε την Κασσιόπη να βοηθήσει την Λενιώ και να σκουπίσει τα δάκρυα που ακόμα και μέσα στο όνειρό της έσταζε. Και εκείνη νιώθοντας τον πόνο της αγάπης έτρεξε να παρηγορήσει την όμορφη κοπέλα.

Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά και ξυπνώντας η κοπέλα δεν πίστευε στα μάτια της. Κοιτούσε με απορία και μη μπορώντας να ρωτήσει ποια ήταν έμεινε εκεί με έναν κόμπο στο λαιμό και μια ερώτηση στο βλέμμα. Μα και η Κασσιόπη κουβέντα δεν της είπε. Την κοίταγε γεμάτη κατανόηση και σκούπιζε τα δάκρυα που έβρεχαν τα μάγουλα. Έμειναν αρκετή ώρα εκεί οι δύο τους να κοιτάζονται και πραγματικά η Λενιώ ένιωθε πολύ καλύτερα, είχε σταματήσει να κλαίει και παρά το θλιμμένο της βλέμμα σκεφτόταν τον αρνητή της ελάχιστα.

Η Κασσιόπη που κατάλαβε πως είχε φτάσει η στιγμή ανασηκώθηκε και κάθισε μπροστά από την Λενιώ στα γόνατα. 'Απλωσε τα χέρια της και αποκάλυψε τι έκρυβε μέσα στις χούφτες της. Ήταν η τελευταία μαργαρίτα του λιβαδιού. Την πρόσφερε στην σαστισμένη κοπέλα και της είπε μόνο τούτο: «μην την μαδήσεις ποτέ, αυτή μόνο χάρισε την σε αυτόν που θα αγαπάς πραγματικά». Ακουμπώντας το άσπρο λουλούδι στα χέρια της Λενιώς η Κασσιόπη σκορπίστηκε σε αστερόσκονη που την παρέσυρε ο αέρας και η κοπέλα έμεινε να κοιτά.

Συνειδητοποιώντας σιγά σιγά τι είχε συμβεί ανασηκώθηκε. Σκούπισε και τα τελευταία δάκρυα και με περρίσια προσοχή έβαλε το λουλούδι στον κόρφο της. Γυρνώντας στο σπιτικό της ήξερε πως δεν νοιαζόταν πραγματικά για κανένα, γιατί σε κανένα δεν θα ήθελε να χαρίσει αυτό το λουλούδι. Δεν θα το έχανε για κανέναν από αυτούς που είχαν περάσει και είχαν φύγει. Και τότε κατάλαβε για πρώτη φορά ότι δεν είχε αγαπήσει κανέναν... ακόμα.

Η συνέχεια της ιστορίας όπως θα έπρεπε να είναι... γραμμένη από χέρι αδελφικό και ψυχή καθρέφτη

Ώσπου... ένα όμορφο πρωϊνό, εμφανίστηκε στο χωριό ένας νέος που έψαχνε για δουλειά. Ρωτούσε τους περαστικούς, τους γέροντες στον καφενέ της μικρής πλατείας... Τίποτα. Μέχρι που τον βρήκε ο παπάς του χωριού και τον κάλεσε στο σπίτι του να τον φυλέψει η παπαδιά και να του προτείνει μια δουλειά.

Με τα λίγα και τα πολλά, πήγε ο νεαρός κι έκατσε στο τραπέζι μαζί με τον παπά κι εκείνος μπήκε κατευθείαν στο θέμα: "Παλικάρι μου καλό, έχουμε εδώ στο χωριό μια κοπέλα, την Λενιώ. Μιλιά δεν έχει, από μικρό παιδί η φωνή της έχει να ακουστεί. Μόνη της ζούσε μαζί με τον παππού της ώσπου πέθανε κι αυτός πρίν από λίγες μέρες. Μόνη έμεινε η Λενιώ και οι δουλειές στο κτήμα τους είναι πολλές και δύσκολες για να τα καταφέρει μόνη. Λεφτά δεν έχει πολλά για να σε πληρώνει, μα μια στέγη ζεστή και φαϊ φρέσκο και καλό πάντα σίγουρο θα το έχεις."

Σκεφτόταν ο νεαρός... Σκεφτόταν καλά. Αν ήθελε να μαζέψει λεφτά, σίγουρα δεν θα ερχόταν εδώ στην άκρη της χώρας σε ένα φτωχικό χωριό. Έψαχνε την απομόνωση, μακριά από όλα εκείνα που μπορεί να τον κυνηγούσαν στην προηγούμενη ζωή του στις μεγαλουπόλεις.

Δέχθηκε λοιπόν και πήγε στο σπίτι της Λενιώς με τον παπά για να την συναντήσει. Εκεί ο νέος κοντοστάθηκε καθώς έκανε την εμφάνισή της η Λενιώ. Μαρμάρωσε από την ομορφιά της και τα κρυσταλένια μάτια της. Ο παπάς έκανε τις συστάσεις και όλα συμφωνήθηκαν γρήγορα και όμορφα.

Δούλευε ο νέος πολύ και βοηθούσε όπου μπορούσε την Λενιώ. Μιλούσε εκείνος για εκείνη όταν το είχε ανάγκη. Μα μεταξύ τους επικρατούσε πάντα η σιωπή. Ελάχιστα βλέμματα γεμάτα ερωτήσεις δίχως απαντήσεις.

Τις νύχτες ο νέος έπαιρνε το άλογο του στάβλου κι έφευγε και χανόταν μέσα στο δάσος. Η Λενιώ αναρωτιόταν συνεχώς μέσα της για το που μπορεί να πηγαίνει ο νέος κάθε νύχτα. Ώσπου, την επόμενη κιόλας, τον ακολούθησε κρυφά...

Προχωρούσε αργά για να μην ακουστεί θόρυβος κανείς. Το ήξερε καλά το δάσος και το περπατούσε αν ήθελε και με μάτια κλειστά. Καθώς βάδιζε, άκουσε ένα μελωδικό ψίθυρο σε ένα φεγγαροξέφωτο...

Ήταν το δικό της φεγγαροξέφωτο, η δική της κρυψώνα, το δικός της λοφάκι. Ξαφνιάστηκε πολύ μα δεν θέλησε να φανερωθεί ακόμη. Έβγαλε τα παπούτσια της τα σκληρά και βάδισε ξυπόλυτη αργά προς τον νέο. Τον άκουσε να ψιθυρίζει ένα τραγούδι άγνωστο και να κλαίει σχεδόν βουβά.

Ταράχτηκε η ψυχή της καθώς τον κοιτούσε τόσο λυπημένο μέσα στου φεγγαρόφως την αγκαλιά. "Γιατί τόση λύπη και τόση δυστυχία μέσα του...?" Αναρωτιόταν η Λενιώ...

Τον πλησίασε κι έκατσε δίπλα του χωρίς να τον κοιτάξει. Εκείνος διέκοψε το κλάμα του ξαφνιασμένος από την παρουσία της εκεί. Έπεσε σιωπή ανάμεσα τους... Αν μπορούσε κάτι να συναντηθεί, αυτές ήταν μόνο οι σκέψεις τους. Γεμάτες ερωτήσεις και παραξενιά...

Μαζί είδαν ένα πεφταστέρι, που φωτεινότερο ποτέ τα μάτια τους δεν είχαν ξαναδεί. Γύρισε ο νέος στην Λενιώ και της είπε: "Πρέπει να κάνεις μια ευχή Λενιώ. Μια ευχή που όμοια της δεν έχεις ξανακάνει. Να είναι μέσα από την καρδιά σου, κάτι που η ίδια ποθεί πραγματικά."

Η Λενιώ θυμήθηκε της Κασσιόπης τα λόγια καθώς της έδινε την τελευταία μαργαρίτα. Ένιωσε τότε την μαργαρίτα που, που είχε κρύψει στον κόρφο της, να την βαραίνει στην καρδιά. Ευχήθηκε λοιπόν, να βρεθεί κάποια στιγμή εκείνος που θα άξιζε να του χαρίσει την τελευταία μαργαρίτα και την ίδια της την καρδιά.

Την παρακολουθούσε ο νέος και κατάλαβε ότι η ευχή της Λενιώς ήταν δυνατή και δύσκολη πολύ. Ένιωσε τον πόνο μέσα της και την θλίψη που βάραινε την ανάσα της.

Έμειναν εκει για λίγο ακόμη κι έπειτα σηκώθηκαν να φύγουν. Ο νέος όμως δεν θέλησε να επιστρέψει τόσο σύντομα πίσω. Ανέβασε την Λενιώ στο άλογο, ανέβηκε κι εκείνος. Έτρεξαν μέσα στην νύχτα και στο Φεγγαρόφως στα λιβάδια και στους λόφους. Έτρεξαν, έτρεξαν... Και η Λενιώ, καθώς ο άνεμος χάϊδευε απαλά το πρόσωπο της, ένιωσε την καρδιά της να πιέζεται από μια περίεργη, ανεξήγητη ευτυχία.

Καιρό πολύ είχε να νιώσει τόσο όμορφα. Τα χέρια της αγκάλιαζαν γερά την μέση του νέου και το αίσθημα της απόλυτης ασφάλειας πλημύρισε μέσα της. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και ο νέος την ένιωθε να πλησιάζει τους δικούς του χτύπους.

Ο Έρωτας τους ήταν ακαριαίος και τα αστέρια φώτιζαν με όλη τους την δύναμη αυτή τη στιγμή των δύο νέων. Ο καλπασμός του αλόγου και η αύρα της νύχτας σκέπαζε γαλήνια κάθε τους φόβο, κάθε τους θλίψη και ανησυχία.

Οι μέρες περνούσαν μαγικά για τους δυο νέους που πλέον μοιράζονταν τα πάντα. Τα πάντα εκτός από την φωνή της Λενιώς που έμοιαζε να έχει χαθεί για πάντα.

Ερωτευμένοι από πάντα έμοιαζαν να είναι. Λες και τους το χρωστούσε η μοίρα να συναντηθούν. Μα η μοιρασιά της αγάπης τους έκρυβε 2 μυστικά. Ένα όπως είπαμε ήταν η φωνή της Λενιώς και το άλλο, το σκοτεινό παρελθόν του νέου.

Μια μέρα συννεφιασμένη... Έφτασαν στο χωριό κάποιοι ύποπτοι άνθρωποι. Γεμάτοι σκιά στα μάτια και γλώσσα βαριά. Έψαχναν έναν νέο... που είχε πράξει έγκλημα βαρύ στον τόπο που ζούσε κάποτε.

Είχε σκοτώσει κάποιον που έκανε κακό μεγάλο στους αγαπημένους του γονείς και τώρα ήταν φυγάς από την ίδια την ζωή. Όμως εκείνοι οι άνθρωποι που έφτασαν στο χωριό, σκοπό δεν είχαν να τον πιάσουν ζωντανό.

Μα το πολυμήχανο μυαλό και βλέμμα του νέου γρήγορα τους εντόπισε και γέμισε άγχος και φόβο μεγάλο. Όχι πια για τον εαυτό του και την φυγή αλλά για την ζωή του πια δίπλα στην Λενιώ.

Έπρεπε να της πει πλέον την αλήθεια κι αυτό είχε σκοπό καθώς πηγαινε να την βρεί στον μικρό του δάσους ποταμό. Μα καθώς την πλησίαζε με βήμα τρεμάμενο... γύρισε εκείνη με ένα χαμόγελο ζεστό κι έβγαλε από τον κόρφο της την χιλιοδακρυσμένη μαργαρίτα... Βρήκε επιτέλους την αγάπη στην καρδιά της και έπρεπε πλέον να την χαρίσει στον άνθρωπο που αγαπά αληθινά.

Πριν προλάβει να την βάλει στα χέρια του, εκείνος της εξήγησε όλο το συμβάν και ότι για λίγο καιρό έπρεπε να φύγει μέχρι να τον χάσουν ξανά οι κυνηγοί του.

Εκείνη σκοτείνιασε... Έχασε την ψυχραιμία της... Πίστεψε ότι την κορόϊδεψε κι εκείνος... Πέταξε κάτω την μαργαρίτα κι άρχισε να την τσαλαπατά... Κι αφού την τσάκισε από μίσος και από τον πόνο της μεγάλης προδοσίας... Έφυγε τρέχοντας προς το σπίτι της.

Ο νέος καθόταν ακίνητος και την κοίταζε να χάνεται από μπροστά του... Καθώς έβλεπε την μαργαρίτα να τσακίζεται στο χώμα, έτσι ένιωθε και την καρδιά του... Να τσακίζεται από πόνο και θλίψη...

Πέρασε η μέρα και έφτασε η νύχτα. Η νύχτα της μεγάλης δοκιμασίας... Ο νέος δεν έφυγε ποτέ. Παραμόνευε έξω από το σπίτι της Λενιώς και παρακολουθούσε τις πανούργες σκιές που περίμεναν την εμφάνισή του.

Με μεγάλη δεξιοτεχνία και μυστικότητα, ανέβηκε στο δωμάτιο της Λενιώς. Την πήρε με το ζόρι αγκαλιά και έτρεξαν μακριά. Τους κατάλαβαν τα "σκυλιά" της νύχτας και πίσως τους έτρεξαν με μανία να τους προλάβουν.

Μα το κυνηγητό έδειχνε να τελειώνει άδοξα καθώς ο νέος και η Λενιώ στάθηκαν στο αδιέξοδο που οδηγούσε στην μεγάλη χαράδρα. Διαφυγή καμιά... Ήξερε καλά ο νέος ότι θα τον πιάσουν και θα κάνουν κακό και στην Λενιώ. Της εξήγησε τα πάντα και πως η αγάπη του για εκείνη είναι πέρα για πέρα αληθινή. Έβγαλε από την τσέπη του τότε την μαργαρίτα της Λενιώς και τσακισμένη πια δεν ήταν. Κανένα πέταλο της δεν έλειπε, όλα ήταν στην θέση τους.

Η Λενιώ το πήρε στα χέρια της αλλά κρατούσε και το χέρι του νέου και τότε... "Σ'αγαπώ..." ψέλλισαν τα χείλη της... Για πρώτη φορά από τα παιδικά της χρόνια μέχρι τώρα η Λενιώ ξανάβγαλε φωνή... "Αν είναι να χαθείς, ας χαθούμε μαζί..."¨

Αγκαλιάστηκαν οι δύο νέοι κι ένωσαν τα χείλη τους με πάθος σαν να ήταν η τελευταία φορά. Οι σκιές των κυνηγών ήταν πια κοντά, πολύ κοντά και διαφυγή δεν υπήρχε καμιά. Πυροβολισμοί στον αέρα δήλωναν το άδοξο τέλος τους...

Οι νέοι όμως τέτοιο τέλος δεν το ήθελαν. Θα είχαν ένα τέλος άξιο της αγάπης τους, όπως στα παραμύθια. Πιάστηκαν από τα χέρια και άλμα μεγάλο στο κενό τους έστειλε το τέρμα της χαράδρας για να βρούν.

Μα Θεία παρέμβαση έκανε και πάλι η όμορφη Κασσιόπη και από της χαράδρας τις σκιές τους άρπαξε πριν το τέρμα της να βρούν. Και τους έκρυψε στον ουρανό, πίσω της. Αστερισμό τους έκανε και τους έβαλε να ζουν εκεί για πάντα μαζί.

Οι μανιασμένοι κυνηγοί μπερδεύτηκαν και έχασαν το λίγο φως τους μέσα στην νύχτα... Και η πεινασμένη χαράδρα τους καλοδέχτηκε στην άγρια αγκαλιά της. Και ποτέ δεν τους φανέρωσε για να μην υπάρξει κίνδυνος ξάνά. Ούτε οι ψυχές τους προς τον ουρανό να μη μπορέσουν και κοιτάξουν, μη τυχόν και δουν τον νέο και τη Λενιώ.

Αν λοιπόν προσέξετε τον νυχτερινό ουρανό θα δείτε πίσω από την Κασσιόπη τον ομορφότερο από όλους τους αστερισμούς. Ένα ζευγάρι αγκαλιά και στην μέση να λάμπει πιο φωτεινά από κάθε άλλο αστέρι μια μαργαρίτα.

Η τελευταία μαργαρίτα του λιβαδιού...

Κι αν αφεθείς μέσα στης νύχτας την σιωπή, θα ακούσεις μια αιθέρια φωνή να ψιθυρίζει... "Μ'αγαπά, δεν μ'αγαπά. Μ'αγαπά, δεν μ'αγαπά..." Και πάντα τελειώνει στο "Μ'αγαπά". Και τότε λάμπουν όλα τα αστέρια από χαρά, τόσο δυνατά που νομίζεις ότι πλησιάζουν στην γη.

Και ζήσαμε εμείς καλά κι εκείνοι.... για πάντα!


Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ την Μενεξεδιά για την ιστορία της μαργαρίτας..:)