Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Φεβρουαρίου 2009

Το κουτί της Πανδώρας


Στα "Έργα και Ημερες" του Ησιόδου καθώς και στη Θεογονία του,
συναντούμε την πρώτη γυναίκα.
Την Πανδώρα.
Ο Δίας κατά τον μύθο,ήταν πολύ θυμωμένος με τον Προμηθέα,
λόγω του ότι χάρισε την φωτιά στον άνθρωπο,
(στη Θεογονία του Ησίοδου ο Προμηθέας,αναφέρεται σαν ευεργέτης της ανθρωπότητας)
ήθελε να του κάνει σαν δώρο την αιώνια τιμωρία,αργότερα σκέφτηκε
(μιας και η Πανδώρα δεν κατάφερε να τον σαγηνεύσει με τα κάλη της)
το δέσιμο του φιλάνθρωπου Τιτάνα στον Καύκασο και το μαρτύριο της καθημερινής βοράς
του συκωτιού του εις του αιώνες των αιώνων απο έναν αετό,γεννημένο από τον Τυφώνα και την Έχιδνα.

Το κουτί της Πανδώρας
Έτσι λοιπόν όταν ο Δίας έμαθε ότι οι άνθρωποι κατάφεραν να πάρουν τη φωτιά, με τη
βοήθεια του Προμηθέα, αποφάσισε να τον τιμωρήσει.
Και να τί σκέφτηκε.
Είπε στον Ήφαιστο που ήταν ο σιδηρουργός των θεών, να φτιάξει μια πολύ
όμορφη γυναίκα.
Ο Ήφαιστος έβαλε όλη του την τέχνη κι έφτιαξε μια γυναίκα με θεϊκή ομορφιά.
Ο Δίας της έδωσε τη ζωή και οι άλλοι θεοί της πρόσφεραν ο καθένας και από
ένα δώρο, από ένα χάρισμα.
Γι’ αυτό και την ονόμασαν Πανδώρα.
Δηλαδή,είχε πάνω της όλα τα δώρα.
Και τώρα, της είπε ο Δίας, πήγαινε να ζήσεις με τους ανθρώπους.
Πάρε μαζί σου κι αυτό το κουτί. Πρόσεχε όμως να μην το ανοίξεις.
Αυτή τη συμβουλή σου δίνω για το καλό σου και για το καλό των ανθρώπων.
Πήγαινε να παρουσιαστείς στον Επιμηθέα, που είναι ο βασιλιάς των ανθρώπων
και να του πεις ότι είσαι δώρο των Θεών.
Ξεκίνησε η Πανδώρα, λοιπόν και πήγε να βρει τον Προμηθέα.
Ο Επιμηθέας όταν είδε την Πανδώρα την αγάπησε και την παντρεύτηκε αμέσως.
Ξέχασε ότι ο Προμηθέας τον είχε συμβουλέψει να μη δεχτεί κανένα δώρο των θεών.
Μια μέρα, ο Επιμηθέας, είδε το κλειστό κουτί που είχε φέρει η Πανδώρα και τη
ρώτησε τί ήταν.
Αυτό το κουτί μου το χάρισε ο Δίας, του απάντησε εκείνη, αλλά με συμβούλεψε
να μην το ανοίξω για το καλό το δικό μου και των ανθρώπων.
Τότε... μην το ανοίξεις, τη συμβούλεψε ο Επιμηθέας.
Η Πανδώρα, όμως, άρχισε να βασανίζεται από την περιέργεια και να
αναρωτιέται τί μπορεί να έκρυβε μέσα του αυτό το κουτί.
Μήπως είχε κάποιο πολύτιμο δώρο το Δία;
Και για ποιο λόγο δεν την άφηνε να το ανοίξει;
Η Πανδώρα είχε πάρει πολλά από τα χαρίσματα των θεών, μα είχε κι ένα
ελάττωμα, που της είχε δώσει ο Ερμής.
Την περιέργεια.
Έτσι, μια μέρα που έλειπε ο Επιιμηθέας,αποφάσισε να ανοίξει αυτό το
παράξενο κουτί για να δει, επιτέλους τί είχε μέσα.
Και το άνοιξε, ξεχνώντας τη συμβουλή του Δία...
Μέσα σε αυτό το κουτί, ο πατέρας των θεών, είχε κλεισμένα πολλά βάσανα,
πολλούς καημούς, αρρώστιες, ελαττώματα, δάκρυα και πόνους..
Κι όλα αυτά, με το άνοιγμα του κουτιού, πετάχτηκαν, ξεχύθηκαν και πήγαν να ζήσουν
μαζί με τους ανθρώπους.
Έτσι, από την ημέρα εκείνη, οι άνθρωποι θα ζούσαν
συντροφιά με τα βάσανα, με τους καημούς, με τις αρρώστιες και με τους
πόνους. Ο Δίας είχε πάρει την εκδίκησή του......
Όμως μέσα στο κουτί είχε κλείσει και κάτι καλό. Είχε κλείσει την ελπίδα.
Και οι άνθρωποι όσο κι αν υποφέρουν, ελπίζουν πάντα πως θα έρθουν καλύτερες μέρες.
Η ελπίδα τους ομορφαίνει τη ζωή και τους δίνει θάρρος να ξεπερνούν
όλες τις δυσκολίες.

Υπάρχει και η άλλη εκδοχή του μύθου, πριν ο Ησίοδος αποφασίσει να του αλλάξει λιγάκι μορφή, ότι η Πανδώρα, δεν ήταν γέννημα των θεών αλλα θεά η ιδια.
Η μάνα Γη που μετουσιώθηκε στην Γη-Κόρη και έδωσε στον άνθρωπο την αφθονία.
Δεν γεννήθηκε, αλλα αναδύθηκε απο την ίδια την υπαρξη της: τη Γη.
Άνοιξε το κουτί της και μοίρασε τα "δώρα"της στους ανθρώπους..
Όποια εκδοχή και να πάρουμε η ουσία είναι ίδια..η Πανδώρα τριγυρίζει ακόμα ανάμεσά μας,
και μας προκαλεί να την πλησιάσουμε.
Ασπρο-μαύρο,καλό-κακό..
Τώρα αν θα την πλησιάσουμε σαν Προμηθέας η σαν Επιμηθέας απο εμας εξαρτάται..

5 Φεβρουαρίου 2009

Αλκυόνη και αλκυονίδες μέρες.

Η Αλκυόνη είναι αναμφίβολα ένα πολύ εντυπωσιακό πουλί. Το εκθαμβωτικό μπλε ελεκτρίκ φτέρωμά της με την πορτοκαλοκόκκινη αντίθεση στο στήθος της δημιουργούν μοναδικό θέαμα.

Όταν βλέπει κάποιος μια Αλκυόνη να φτερουγίζει πάνω από το νερό, τον εντυπωσιάζουν τα φωτεινά χρώματά της. Ωστόσο, την παρουσία της την κάνει αισθητή με τη φωνή της, ένα διαπεραστικό "ζεεε".

Ένας μεσαιωνικός μύθος της Βόρειας Ευρώπης λέει ότι το χρώμα της Αλκυόνης ήταν στην αρχή γκρίζο.

Όμως όταν έγινε ο βιβλικός κατακλυσμός, πέταξε κατευθείαν ψηλά στον ουρανό για να μπορέσει να παρατηρήσει τα νερά. Πετώντας όμως τόσο κοντά στον ήλιο το στήθος της τσουρουφλίστηκε και έγινε κόκκινο από τις ακτίνες του και η ράχη της έγινε μπλε από το χρώμα του ουρανού.

Παρά τα χρώματά της, η Αλκυόνη δεν διακρίνεται εύκολα στο φυσικό της περιβάλλον. Πρόκειται για ένα μικρό πουλί που αναπαράγεται σε περιοχές με ρυάκια με γλυκό νερό και βλάστηση στις όχθες τους.Σκάβει βαθιές τρύπες στις όχθες ποταμών για την φωλιά του. Βουτάει στο νερό από κάποιο εμφανές σημείο ή μετά από ένα σύντομο φτερούγισμα επί τόπου. Πιάνει ψαράκια με το ράμφος του. Το πέταγμά του είναι πολύ γρήγορο, σε ευθεία γραμμή, χαμηλά πάνω από το νερό.

Η Αλκυόνη, το σημερινό ψαροπούλι με τα όμορφα φτερά σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο μας, ήταν κάποτε μια χαρούμενη και ευτυχισμένη γυναίκα, κόρη του Θεού των ανέμων, του Αιόλου -που ζούσε στ' ακρογιάλια της θάλασσας με τον άντρα της Κήυκα και αλληλοαποκαλούνταν Ζευς και Ηρα. Για την ασέβειά τους όμως αυτή προς τον Δία οργίστηκε τόσο πολύ ο πρώτος των Θεών και μεταμόρφωσε τον Κήυκα σε όρνιο.
Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχε από δω και από κει στις ερημιές στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της Κήυκα. Βλέποντας ο Δίας την κλαίουσα Αλκυόνη, την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε και αυτήν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να ψάχνει και στις θάλασσες μήπως εκεί βρει το χαμένο της άντρα. Ωστόσο όμως η δυστυχία εξακολουθούσε να την συντροφεύει, γιατί αντίθετα από τ' άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσούν τ' αυγά τους την άνοιξη αυτή γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά, οπότε μανιασμένα τα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, την άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαρακτικά.Οι Θεοί που τόσο σκληρά είχαν τιμωρήσει την κόρη του Αιόλου, διέταξαν τότε τη θάλασσα και τους ανέμους να ησυχάσουν, να γίνει καλοκαιρία για δυο εβδομάδες, για όσες ημέρες η Αλκυόνη κλωσά τα αυγά της ("αλκυονίδες μέρες").

Αυτη η όμορφη ποιητική ερμηνεία δόθηκε από τον πανάρχαιο αυτόν ελληνικό μύθο για την καλοκαιρινή αυτή παρεμβολή μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Ο μύθος μιλάει για την συζυγική αγάπη και την τρυφερή στοργή της γυναίκας.

Για τη συζυγική πίστη των Αλκυόνων ασχολήθηκε ο Πλούταρχος που αφηγείται ότι αν ο σύζυγος της Αλκυόνης γεράσει και δεν μπορεί να πετάξει, τότε η θηλυκιά Αλκυόνη τον παίρνει στους ώμους και τον φέρνει πάντοτε μαζί της, τον ταΐζει και τον περιποιείται ως το θάνατο.

Ο μύθος αποτελεί την αλληγορική σημασία του ομώνυμου αστέρα Αλκυόνη των Πλειάδων, που φέρεται με το όνομα του πτηνού. Ο αστέρας Αλκυόνη κατά την εποχή αυτή μεσουρανεί κατά τις εσπερινές ώρες και επομένως κατά τις ανέφελες νύκτες του Γενάρη είναι ορατός στο σύμπλεγμα των Πλειάδων, ως κορωνίδα της Πούλιας, που σημαίνεται ως προς το ζενίθ, στην ψηλότερη περιοχή του ουράνιου θόλου. Εξ αυτού του απλού φυσικού γεγονότος όλες οι συνεχόμενες ημέρες που είναι ορατός ο αστέρας Αλκυών, ήταν πολύ φυσικό να ονομασθούν Αλκυονίδες.

Οι αρχαίοι Έλληνες εξηγούσαν την ύπαρξη αυτών των ημερών του «καλού-αίθριου καιρού» μέσα στον χειμώνα, τις οποίες ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε και ως ημέρες «ευδίας». Οι «Αλκυονίδες ημέρες» τοποθετούνται στο χρονικό διάστημα από την 15η Δεκεμβρίου έως και την 15η Φεβρουαρίου εκάστου έτους, με μεγαλύτερη συχνότητα το διάστημα 15-31 Δεκεμβρίου και 16-31 Ιανουαρίου.


16 Δεκεμβρίου 2008

Ένα "παραμύθι" απο τον παππού Πρωταγόρα..


Χθές το βράδυ είχα μια απρόσμενη επίσκεψη..επίσκεψη από το μακρινό παρελθόν..

-Καλησπέρα παππού..μα,ποιος είσαι?και γιατί είσαι έτσι ντυμένος?Δεν κρυώνεις?

-Καλησπέρα Εdelweiss..όχι δεν κρυώνω έπαψα να νιώθω το κρύο εδώ και χρόνια καλή μου..

-Πως σε λένε παππού?

-(γελάει)Δεν με αναγνώρισες..κι'όμως πρίν λίγο με διάβαζες!..Πρωταγόρα με λένε..

-....Πρωταγόρα? o Πρωταγόρας,Πρωταγόρας?

-Χαχα..ναι,ο Πρωταγόρας, Πρωταγόρας!!

-Απίστευτο!Τι τιμή!!..θα καθίσεις να σου προσφέρω ενα ποτήρι κρασί παππού?θα μου πείς κάτι απο.. τότε?

Θα μου πείς ένα "παραμύθι" παππού Πρωταγόρα?θα,θα, θα...(μιλάω ακατάπαυστα το είπαμε αυτό!)

-Σιγά- σιγά..βάλε μου ένα ποτήρι κρασί,βάλε και δικό σου..όσο για ενα "παραμύθι" πιστεύω ότι έχω χρόνο..θα σου πώ ένα "παραμύθι" πολύ παλιό.. 2.400 χρόνων!

-2.400 χρόνων?...

-Ναί..

-Ήταν που λές edelweiss...

«…Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ – πολύ παλιά χρόνια, (2.400 χρόνια πρίν) τίποτα ζωντανό δεν υπήρχε πάνω στη γη.

Στις στεριές και στις θάλασσες, στις λίμνες, στα ποτάμια και στον αέρα, ούτε ένα τόσο δα ζωάκι ή ψαράκι ή πουλάκι δεν υπήρχε και στα απέραντα λιβάδια ούτε μια πεταλούδα δεν πετούσε και ούτε ένα ζουζουνάκι δεν ζουζούνιζε.

Δεν υπήρχε καμιά ζωή, καμιά.

Μόνο πάνω στο σπίτι τους, στον Όλυμπο, οι θεοί οι δώδεκα από ψηλά χαίρονταν τον όμορφο κόσμο.

Ήρθε όμως η ώρα να ζωντανέψει η γη και κάθε λογής ζωντανά πλάσματα, μικρά και μεγάλα,

να γεμίσουν το γαλάζιο πλανήτη μας.

Ξεκίνησαν λοιπόν οι θεοί από τον Όλυμπο και μπήκαν βαθιά μέσα στη γη σε μια τεράστια σπηλιά και άρχισαν να φτιάχνουν τα ζωντανά πλάσματα.

Πήραν χώμα, νερό, φωτιά και διάφορα άλλα υλικά πολλά, και τα ζύμωσαν καλά-καλά.

Μετά έβαλαν το ζωντανό αυτό ζυμάρι σε όμοια καλούπια και έτσι έφτιαξαν όλα τα ζώα στο ίδιο σχήμα και στο ίδιο μέγεθος και με το ίδιο ακριβώς χρώμα.

Ίδια ακριβώς ήταν όλα και ίδιος με αυτά και ο άνθρωπος!!Κουράστηκαν όμως οι θεοί, επειδή εκατομμύρια ζώα έφτιαξαν, και τότε ο αρχηγός τους, ο Δίας είπε:

-Άντε, πάμε στο σπίτι μας, στον Όλυμπο, να φάμε αμβροσία, να πιούμε νέκταρ και να ξεκουραστούμε.

-Πατέρα, του λέει η Αθηνά που ήταν σοφή και γνωστική, δεν τελειώσαμε τη δουλειά μας εδώ.

Πρέπει να στολίσουμε τα ζώα όλα και να τους δώσουμε χαρίσματα για να διαφέρουν το ένα από το άλλο.

Δεν είναι σωστό να γεμίσει η γη με όμοια ζώα.

-Βαρέθηκα, της απάντησε ο Δίας.

Αυτή τη δουλειά θα την κάνουν άλλοι.

Πάμε να φύγουμε.

Έφυγαν λοιπόν από την τεράστια σπηλιά, που ήταν βαθιά μέσα στη γη, οι θεοί και άφησαν όλα τα ζώα,

και τον άνθρωπο να είναι ακριβώς ίδια μεταξύ τους.

Έφαγαν, λοιπόν, οι θεοί, ήπιαν και ξεκουράστηκαν και ο αρχηγός τους, ο Δίας, φώναξε δυο αδέρφια δίδυμα, δυο Τιτάνες, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα για να μοιράσουν διαφορετικά δώρα και στολίδια στα ζώα, και χρώματα και φτερά και γούνες και δόντια και μέγεθος και δυνάμεις.

Ο Προμηθέας ήταν σοφός και πρώτα σκεφτόταν κάτι και μετά το έκανε, ο Επιμηθέας όμως ήταν λιγάκι χαζούλης, αφού έκανε πράγματα χωρίς να τα καλοσκεφτεί.

Ήταν όμως και ζηλιάρης και γκρινιάρης και, επειδή νόμιζε ότι αυτή η σοβαρή δουλειά ήταν ένα παιχνίδι, ζήταγε με κλάματα πολλά να τον αφήσει ο αδερφός του αυτός μόνος του να κάνει τη μοιρασιά των δώρων στα ζώα.

-Άφησέ με, του έλεγε, άφησέ με και μετά θα δεις πόσο όμορφα και σωστά θα μοιράσω τα δώρα και τα χαρίσματα.

Τι να κάνει και ο Προμηθέας;

Του έκανε το χατίρι και άφησε μόνο του τον αδερφό του μέσα στην τεράστια σπηλιά.

Μα πριν φύγει σκέφτηκε: “Δε βαριέσαι; Ας τον αφήσω να μοιράσει τα δώρα και άμα κάνει κανένα λάθος θα το διορθώσω εγώ μετά”.

Πέταγε από τη χαρά του ο χαζούλης ο Επιμηθέας και άρχισε να ανοίγει τα μεγάλα μπαούλα με τα δώρα και τα χαρίσματα.

Στο πρώτο από τα πολλά μπαούλα που βρίσκονταν μπροστά του βρήκε μεγέθη και ταχύτητα και άρχισε να τα δίνει στα ζώα.

Έφτιαξε από πολύ-πολύ μικρά, όπως το μυρμηγκάκι, μέχρι πολύ-πολύ μεγάλα, όπως τον ελέφαντα, από πολύ γρήγορα, όπως το λαγό, μέχρι ζωάκια που περπατάνε πολύ αργά σαν τη χελώνα.

Άνοιξε το δεύτερο μεγάλο μπαούλο και θάμπωσαν τα μάτια του από τα πολλά χρώματα που είδε μέσα.

Χρώματα σκούρα και ανοιχτά, πολλά, πάρα πολλά.

Αμέσως άρχισε να τα χαρίζει στα ζώα που μαζεύτηκαν γύρω του και σπρώχνονταν για να πάρουν τα πιο όμορφα χρώματα.

Έτσι ο παπαγάλος καμάρωνε για το φωτεινό πράσινο χρώμα που πήρε, και το καναρινάκι για το γλυκό κίτρινο χρώμα του.

Και όλα τα ζώα είχαν πια διαφορετικά χρώματα και άρχισαν να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο.

Σε άλλα μπαούλα βρήκε γούνες και φτερά και τα έδωσε στα ζώα.

Η αλεπού ήταν πολύ περήφανη για τη γούνα της και την έβρισκε πολύ πιο όμορφη από τις γούνες της αρκούδας ή της γάτας, ή ακόμη και από τη χαίτη του λιονταριού.

Και όταν μοίρασε τα φτερά και τα λέπια;

Γέμισε ο τόπος πεταλούδες και έγινε χαλασμός μέσα στη σπηλιά από τα πετάγματα των πουλιών που βιάζονταν να βγουν έξω και να δοκιμάσουν τα φτερά τους στον αέρα και τα ψάρια ήθελαν γρήγορα-γρήγορα να μπουν στα νερά

για να κολυμπήσουν.

Έδωσε μετά νύχια, μεγάλα και μικρά, δόντια, δύναμη και όλα τα άλλα δώρα και τα χαρίσματα που κάνουν τα ζώα να είναι τόσο ξεχωριστά.

Έριξε μια ματιά γύρω του και είδε ότι όλα τα μπαούλα ήταν άδεια πια.

-Τέλειωσαν όλα τα δώρα, είπε, τέλειωσε και η δουλειά μου.

Καλά τα κατάφερα.

Πολύ ευχαριστημένος από τη μοιρασιά που έκανε, κάθισε σε ένα βραχάκι να ξεκουραστεί και τότε είδε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει.

Δίπλα του, ακριβώς μπροστά στα μάτια του είδε το πιο σπουδαίο από όλα τα ζωντανά πλάσματα να μην έχει πάρει κανένα απολύτως δώρο, κανένα χάρισμα.

Το πλάσμα αυτό ήταν ο άνθρωπος!!

-Πω, πω!! Τι θα κάνω τώρα; τι θα κάνω;

άφησα τον άνθρωπο χωρίς κανένα χάρισμα, φώναξε απελπισμένος.

Θα θυμώσει ο αδερφός μου πολύ αλλά περισσότερο θα θυμώσει μαζί μου ο Δίας και θα με ρίξει στα τάρταρα, επειδή ο άνθρωπος χωρίς κανένα δώρο δε θα μπορέσει να ζήσει, και άρχισε να κλαίει.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην τεράστια σπηλιά ο Προμηθέας και άκουσε τις φωνές του.

-Καλά έκανα και δε σε εμπιστευόμουν του είπε.

Είσαι ανόητος και επιπόλαιος.

Πάλι εγώ πρέπει να διορθώσω το λάθος σου.

Σκέφτηκε για πολλή ώρα ο Προμηθέας και αποφάσισε να κλέψει από το σπίτι του Δία στον Όλυμπο δυο δώρα για να τα χαρίσει στον άνθρωπο.

Κρυφά-κρυφά μπήκε στο παλάτι του αρχηγού των θεών από ένα ανοιχτό παραθυράκι και έκλεψε τη φωτιά και την εξυπνάδα του μυαλού.

Ξαναπήγε στην τεράστια σπηλιά και έδωσε αυτά τα δώρα στον άνθρωπο για να μπορέσει να ζήσει.

Ανέβηκε λοιπόν και ο άνθρωπος πάνω στη γη και με τη φωτιά και την εξυπνάδα του κάπως τα κατάφερνε στην αρχή.

Βρήκε με το μυαλό του πώς να φτιάχνει ρούχα ζεστά, επειδή δεν είχε γούνα όπως άλλα ζώα.

Έμαθε από μόνος του να φτιάχνει εργαλεία και όπλα με τη βοήθεια της φωτιάς, αλλά είχε ένα πρόβλημα μεγάλο.

Μόλις συναντούσε ο ένας άνθρωπος άλλους και αποφάσιζαν να ζήσουν μαζί για να μπορούν να πολεμάνε τα μεγάλα θηρία, συνέχεια τσακωνόντουσαν, συνέχεια!!

-Πάει, θα χαθούν οι άνθρωποι, σκέφτηκε ο Δίας, που από τον Όλυμπο ψηλά έβλεπε τους τσακωμούς τους.

Κάτι πρέπει να κάνω.

Πρέπει να τους χαρίσω άλλα δυο δώρα για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί, να φτιάξουν πόλεις και να προκόψουν.

Φώναξε τον Ερμή τότε, το θεό που έχει φτερά στα σαντάλια του και του είπε:

-Πάρε αυτά τα δυο δώρα, Ερμή και πήγαινέ τα στους ανθρώπους για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί σε χωριά και σε πόλεις.

Αλλιώς τα θηρία θα τους φάνε.

Πρόσεξε όμως.

Τα δώρα αυτά να τα δώσεις σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε μερικούς μόνο.

-Και ποια δώρα είναι αυτά, αρχηγέ των θεών; ρώτησε ο Ερμής

-Τα δώρα αυτά είναι ο Σεβασμός και η Δικαιοσύνη, Ερμή.

Και να πεις στους ανθρώπους ότι εάν αυτά τα δυο δώρα μου δεν τα κάνουν ΟΛΟΙ δικά τους και δεν τα τιμήσουν, τότε θα καταστραφούν.

Αν όμως τα αγαπήσουν, τότε θα προκόψουν και θα είναι ευτυχισμένοι.

Και από τότε οι άνθρωποι, όταν ξεχνούν το Σεβασμό και τη Δικαιοσύνη δεν περνούν καλά και υποφέρουν και κλαίνε. Όταν όμως σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους και είναι δίκαιοι, τότε έχουν χαρά και είναι ευτυχισμένοι."

-...Σεβασμός και Δικαιοσύνη..

-Πολύ όμορφη ιστορία παππού και πόση αλήθεια κρύβει...Σ'ευχαριστώ, παππού...

...Τι,φεύγεις?κρίμα..να ξανάρθεις!

- Θα ξανάρθω..


Y.Γ Διαβάζοντας αυτή την υπέροχη διασκευή απο το έργο του Πλάτωνα,
με φαντάστηκα να μου την διηγείται ο ίδιος ο Πρωταγόρας(μέχρι και κρασάκι μας έβαλα)..μ'αρέσει να το κάνω αυτό όταν διαβάζω κάτι..του δίνω "ζωή" με τον τρόπο μου.


Ελεύθερη διασκευή απο το έργο του
Πλάτωνα “Πρωταγόρας
(320D-323A)…»
πηγή κειμένου:hamomilaki.blogspot.com

2 Απριλίου 2008

ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ





Για τις Μούσες υπήρχαν πολλές διαφορετικές εκδοχές στην αρχαιότητα, που αφορούσαν τόσο την καταγωγή τους, όσο και τον αριθμό τους. Φαίνεται, πάντως, ότι στα πολύ παλιά χρόνια ήταν Νύμφες των βουνών και των νερών, που σιγά σιγά όμως "προβιβάστηκαν" και απέκτησαν με τον καιρό συγκεκριμένες αρμοδιότητες.
Πίστευαν πως κατοικούσαν στον Όλυμπο και τραγουδούσαν με τις ακούραστες φωνές τους θείες μελωδίες και ύμνους, παίζοντας λύρα.

Το θέμα των τραγουδιών τους ήταν πάντα η αρχοντική καταγωγή των θεών, τους οποίους εγκωμιάζουν. Κυρίως όμως υμνούν τον Δία και το μεγαλείο του, καθώς ήταν εκείνος που δημιούργησε τον "κόσμο" με την έννοια ότι έβαλε σε τάξη το σύμπαν και όρισε τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των θεών και ανθρώπων. Το πόσο στενά δεμένες ήταν μαζί του φαίνεται από το ότι τις αποκαλούσαν "Ολυμπιάδες". Σπανιότερα δόξαζαν με τα τραγούδια τους το γένος των ανθρώπων και τους φημισμένους ήρωες. Το αρμονικό τους τραγούδι μάγευε το βασιλιά των θεών και των ανθρώπων, γέμιζε με ευφορία τις ψυχές όλων των θεών και γοήτευε ολόκληρη τη φύση η οποία στεκόταν ασάλευτη κάθε φορά που οι Μούσες ακούγονταν από την κορυφή του Ολύμπου, για να τις αφουγκραστεί: ο ουρανός, τα άστρα, η θάλασσα και τα ποτάμια, όλα σιωπούσαν ευλαβικά...

Οι Μούσες τραγούδησαν για να γιορταστούν οι γάμοι της Θέτιδας με τον Πηλέα και της Αρμονίας με τον Κάδμο. Τραγούδησαν ακόμη θρηνητικά στην ταφή του Αχιλλέα. Ο Πλάτωνας αναφέρει τον εξής μύθο: όταν γεννήθηκαν οι Μούσες και μαζί τους η ποίηση και η μουσική, κάποιοι θνητοί γοητεύθηκαν τόσο πολύ, που συνεχώς τραγουδούσαν· ξεχνούσαν να φάνε και να πιούνε κι έτσι πέθαιναν σιγά σιγά, χωρίς να υποφέρουν. Απ' αυτούς κατάγονται τα τζιτζίκια, που είναι προστατευόμενα των Μουσών και που συνεχώς τραγουδούν ξεχνώντας πείνα, δίψα και κούραση, μέχρι να πεθάνουν. Τότε πηγαίνουν στις Μούσες και τους λένε τα ονόματα των πιστών τους οπαδών, που είδαν στη Γη κατά το σύντομο πέρασμά τους.

Έλεγαν πως οι Μούσες γεννήθηκαν, επειδή ο Δίας, που γιόρταζε το γάμο του, ρώτησε τους καλεσμένους του, τους άλλους θεούς, αν τους έλειπε τίποτα. Εκείνοι τότε του απάντησαν πως θα έπρεπε να φτιάξει κάποιες θεότητες που θα υμνούσαν τον Δία με στίχους και μουσική αντάξια των κατορθωμάτων και του μεγαλείου του.

Ως προς την καταγωγή τους, οι πιο πολλοί πίστευαν πως μητέρα τους ήταν η Μνημοσύνη, που κοιμήθηκε μαζί με τον Δία στην Πιερία (δηλαδή την περιοχή βόρεια του Ολύμπου), για εννιά διαδοχικές νύχτες. Ένα χρόνο μετά η Μνημοσύνη γέννησε εννιάδυμα, κοντά στην κορυφή του Ολύμπου: εννιά κόρες, που τις μάγευε όλες η μουσική και η ποίηση και που από τότε αποτέλεσαν μια λαμπρή χορωδία. Τα ονόματά τους ήταν τα εξής: Κλειώ, Ευτέρπη , Θάλεια, Μελπομένη, Ερατώ, Τερψιχόρη, Πολύμνια, Ουρανία, Καλλιόπη. Ως προς τον αριθμό και την καταγωγή τους, οι άλλες εκδοχές ήταν πως ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, ή του Απόλλωνα, ακριβώς επειδή κι ο ίδιος σχετίζεται άμεσα με τη μουσική. Ο Απόλλωνας, μάλιστα, διεύθυνε τη χορωδία τους, γι' αυτό και ονομαζόταν Μουσαγέτης - "ηγέτης", διευθυντής των Μουσών. Θεωρούσαν, επίσης, κάποιοι ότι ήταν λιγότερες από εννιά, ίσως και τρεις ή τέσσερις. Γενικά, πάντως, ήταν συνηθισμένο στην αρχαιότητα για τους ομαδικούς θεούς να υπάρχει σύγχυση σ' αυτά τα θέματα.

Η λατρεία των Μουσών ξεκίνησε από την Πιερία, δηλαδή την περιοχή στην οποία γεννήθηκαν, γι' αυτό και τις έλεγαν "Πιερίδες". Έλεγαν πως ο Πίερος, βασιλιάς της Μακεδονίας σύμφωνα με τη μυθολογία, έφερε από κει τη λατρεία τους στη Βοιωτία. Ο Πίερος, μάλιστα, απέκτησε εννιά κόρες, στις οποίες έδωσε το όνομα των Μουσών, Πιερίδες. Ήταν όμως τόσο αλαζονικές, ώστε προκάλεσαν τις Μούσες να παραβγούν μαζί τους στο τραγούδι. Οι Μούσες τις νίκησαν, όπως ήταν φυσικό, και για να τις τιμωρήσουν, τις μεταμόρφωσαν σε φλύαρες κίσσες. Όταν αυτές τραγουδούσαν, σκοτείνιαζε και κανείς δεν τις άκουγε. Στη Βοιωτία, λοιπόν, οι Μούσες κατοικούσαν στο βουνό Ελικώνας, που έγινε και το κέντρο της λατρείας τους. Γι' αυτό άλλωστε και τις ονόμαζαν "Ελικωνιάδες". Αργότερα κάποιοι συγγραφείς τις τοποθετούσαν στον Παρνασσό.

Με μεγάλο ζήλο λατρεύονταν, επίσης, οι Μούσες στους Δελφούς, λόγω της στενής σχέσης τους με το θεό Απόλλωνα, στον οποίο ανήκε το μαντείο. Εκεί η λατρεία Απόλλωνα και Μουσών έφτασε να συγχωνευτεί εντελώς. Στην Αθήνα τις τιμούσαν ιδιαίτερα: μεταξύ άλλων, ονόμαζαν μια κορυφή κοντά στην Ακρόπολη "Μουσείον" προς τιμή τους κι ο Πλάτωνας είχε χτίσει βωμό στο όνομά τους στην Ακαδημία του. Οι Μούσες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς σ' ολόκληρη την Ελλάδα· ίχνη της λατρείας τους βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, όπου μάλιστα λεγόταν ότι είχε γίνει ο αγώνας τραγουδιού μεταξύ Μουσών και Σειρήνων. Επικράτησαν φυσικά οι πρώτες, που τιμώρησαν τις φαντασμένες Σειρήνες, κόβοντας τα φτερά τους· εκείνες έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν. Ακόμη τις τιμούσαν και σε πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας (ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας), ενώ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου είχε ιδρυθεί στα χρόνια μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το "Μουσείο", ένα φημισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με διευθυντή του τον αρχιερέα στην υπηρεσία των Μουσών.

Στα έργα του Ομήρου, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, οι Μούσες, ως θεές της ποίησης, κατέχουν πολύ σημαντική θέση· όταν ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση του κάθε έπους, ζητά από τη Μούσα να τον βοηθήσει. Οι Μούσες τα ξέρουν όλα και τα έχουν δει όλα, πρέπει λοιπόν να τον βοηθήσουν να θυμηθεί γεγονότα του παρελθόντος, που ο ίδιος έχει μόνο ακουστά και που ο νους του αδυνατεί να συγκρατήσει. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, εμφανίζονται, πάνω απ' όλα, ως θεότητες της Μνήμης.

Στον Όμηρο επίσης αναφέρεται η περιπέτεια του αοιδού Θάμυρη από τη Θράκη, που καυχήθηκε πως θα μπορούσε να νικήσει τις Μούσες στο τραγούδι. Εκείνες, τότε, τον τύφλωσαν και του στέρησαν την ικανότητα να γράφει στίχους και να παίζει λύρα. Στην Οδύσσεια, ο φημισμένος τραγουδιστής των Φαιάκων Δημόδοκος ήταν ο αγαπημένος της Μούσας, που του έδωσε, όμως, μαζί με την τέχνη να γράφει υπέροχα τραγούδια κι ένα ολέθριο δώρο: του στέρησε το φως των ματιών του. Φαίνεται πως οι τυφλοί αοιδοί ήταν κάτι συνηθισμένο έτσι κι αλλιώς στην εποχή του Ομήρου. Είναι γνωστό ότι η απουσία της όρασης οξύνει τη μνήμη κι αυτό πρέπει να έκανε τους αοιδούς πολύ δυνατούς στο να θυμούνται και να απαγγέλλουν απέξω αναρίθμητους στίχους, όπως γινόταν τότε.

Ο ποιητής Ησίοδος, όταν ξεκινά τη "Θεογονία" του, μας διηγείται μια ιστορία που ο ίδιος έζησε: μια μέρα, όταν έβοσκε τα πρόβατά του στη Βοιωτία, την πατρίδα του, τον πλησίασαν οι Μούσες στο βουνό Ελικώνας και του έδωσαν ένα κλαδί δάφνης: του χάρισαν το δώρο της ποίησης. Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή ποίηση ο ποιητής παρουσιάζεται να έχει συνειδητοποιήσει τη θέση του στην τέχνη· ότι δημιουργεί ως αυτόνομη οντότητα κι ότι οι Μούσες οι ίδιες παρέχουν την εγγύηση για την καλλιτεχνική αξία των όσων ο ίδιος συνθέτει. Εδώ οι Μούσες δεν ευλογούν και δε βοηθούν απλώς τον ποιητή, αλλά τον μυούν στην τέχνη.

Όπως αναφέρθηκε οι Μούσες θεωρούνταν θεές της μουσικής και της ποίησης, που εν χορώ υμνούσαν τον Δία με τις μελωδικές τους φωνές. Στον Όμηρο είδαμε και μια άλλη τους διάσταση: θεές της Μνήμης και κατ' επέκταση εκείνες που διασώζουν αξίες και ηθικές αρχές και διδάγματα από το παρελθόν. Μ' άλλα λόγια, ό,τι μια κοινωνία θεωρεί βασικό για την επιβίωσή της. Μέχρι τα τέλη της αρχαιότητας οι εννιά Μούσες ήταν μια αδιάσπαστη ομάδα, λίγο λίγο όμως και γύρω στα τέλη της ρωμαϊκής εποχής η καθεμιά τους περιορίστηκε σε μιαν ιδιαίτερη περιοχή. Οι διάφοροι συγγραφείς δε συμφωνούν πάντα μεταξύ τους, ως προς τη διάκριση αυτή· παρόλ' αυτά έγινε με τον καιρό λίγο πολύ αποδεκτή και έχει φτάσει ως τις μέρες μας.

Η Καλλιόπη, η πρώτη των Μουσών και πιο σεβαστή απ' όλες, ήταν η Μούσα του ηρωικού έπους, η Κλειώ ήταν η Μούσα της ιστορίας, η Ευτέρπη της αυλητικής τέχνης, η Τερψιχόρη της λυρικής ποίησης (ενώ πιο παλιά ήταν η Μούσα του χορού), η Ερατώ του υμέναιου και του γάμου, άρα και της ερωτικής ποίησης. Η Μελπομένη ήταν η Μούσα της τραγωδίας, η Θάλεια της κωμωδίας, η Ουρανία της αστρονομίας και τέλος η Πολύμνια της μιμικής, δηλαδή της παντομίμας. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τους επικούς ποιητές τους ενέπνεαν ακόμη η Ουρανία και η Κλειώ.

Είτε όλες μαζί, ως μια ενιαία ομάδα, είτε η καθεμιά ξεχωριστά, οι Μούσες συμβόλιζαν το μεγαλείο της τέχνης· το ωραίο όχι μόνο στη μορφή, μα και στο περιεχόμενο. Είναι φωτεινές και ήπιες μορφές που μέχρι σήμερα προσωποποιούν την παρηγοριά που φέρνει η τέχνη και η ηθική στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και την ομορφιά που της δίνει.